ἀείρω

ἀείρω
ᾰείρω (aor. ειρε, ἀείραις: med. ραντο: pass. ἀείρεται: aor. ἀερθείς, -εῖσα, -έντα. ἀρόμαν v. ἄρνυμαι.)
1 act. lift up τέλος δ' ἀείραις πρὸς στιβαρὰς ἐπάραξε πλευράς fr. 111. 3.
2 med. win, gain cf. ἄρνυμαι, ἄραντο γὰρ νίκας ἀπὸ παγκρατίου (synizesin αε vidit Schroeder.) I. 6.60
3 pass. be lifted up
a be exalted, extolled

ἀρετὰ ἐν σοφοῖς ἀνδρῶν ἀερθεῖσ' ἐν δικαίοις τε πρὸς ὑγρὸν αἰθέρα N. 8.41

εἴη μιν εὐφώνων πτερύγεσσιν ἀερθέντ' ἀγλααῖς Πιερίδων ἔρνεσι φράξαι χεῖρα I. 1.64

σοφίᾳ γὰρ ἀείρεται πλει[ Pae. 14.40

λάμπει δὲ χρόνῳ ἔργα μετ' αἰθέῤ ἀερθέντ (Boeckh: λαμπευθέντα codd.) fr. 227. 3
b be elated

νικῶντί γε χάριν, εἴ τι πέραν ἀερθεὶς ἀνέκραγον, οὐ τραχύς εἰμι καταθέμεν N. 7.75

4 in tmesis, ἀνὰ κάρα τ' ἄειρ[ε v.

ἀναείρω Pae. 20.10


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αείρω — (I) ἀείρω (Α) (επικός, ιωνικός και ποιητικός τύπος αντί αίρω*) σηκώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. πιθανόν να προέρχεται από αρχ. ρ. *α Fερ (πρβλ. τον τύπο αὐειρόμεναι στον Αλκμάνα), όπου το ἀ είναι προθεματικό ή λαρυγγικό φωνήεν. Κατ άλλη άποψη το …   Dictionary of Greek

  • ἀείρω — ἄειρος masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἄειρος masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἀ̱είρω , ἀείρω attach aor ind mid 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἀείρω attach aor subj act 1st sg (epic ionic) ἀείρω attach pres subj act 1st sg (epic ionic) ἀείρω …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀείρετε — ἀείρω attach aor subj act 2nd pl (epic ionic) ἀ̱είρετε , ἀείρω attach imperf ind act 2nd pl (epic doric ionic aeolic) ἀείρω attach pres imperat act 2nd pl (epic ionic) ἀείρω attach pres ind act 2nd pl (epic doric ionic aeolic) ἀείρω attach imperf …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀείρῃ — ἀείρω attach aor subj mid 2nd sg (epic ionic) ἀείρω attach aor subj act 3rd sg (epic ionic) ἀείρω attach pres subj mp 2nd sg (epic ionic) ἀείρω attach pres ind mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἀείρω attach pres subj act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀείρατε — ἀείρω attach aor imperat act 2nd pl (epic ionic) ἀ̱είρατε , ἀείρω attach aor ind act 2nd pl (epic doric ionic aeolic) ἀείρω attach aor ind act 2nd pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀείρει — ἀείρω attach aor subj act 3rd sg (epic ionic) ἀείρω attach pres ind mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἀείρω attach pres ind act 3rd sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀείρουσι — ἀείρω attach aor subj act 3rd pl (epic ionic) ἀείρω attach pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀείρω attach pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀείρουσιν — ἀείρω attach aor subj act 3rd pl (epic ionic) ἀείρω attach pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀείρω attach pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠέρθην — ἀείρω attach plup ind mp 3rd dual (epic ionic) ἀείρω attach aor ind pass 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀείρω attach aor ind pass 1st sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀειρομένω — ἀείρω attach pres part mp masc/neut nom/voc/acc dual (epic ionic) ἀείρω attach pres part mp masc/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀειρομένων — ἀείρω attach pres part mp fem gen pl (epic ionic) ἀείρω attach pres part mp masc/neut gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”